Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κολοκοτρώνης

/ko.lo.koˈtɾo.nis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοείδος σουγιά Βικιλεξικό
  2. αργκόπεντοχίλιαρο (το χατρονόμισμα έκδοσης 1984 κ.εξ.), πριν την αντικατάσταση της δραχμής από το ευρώ, που απεικόνιζε στην εμπρόσθια όψη την εικόνα του Κολοκοτρώνη) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κολοκοτρώνης < κολοκοτρωναίικος < Κολοκοτρώνης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκολοκοτρώνηςκολοκοτρώνες
Γενικήκολοκοτρώνηκολοκοτρωνών
Αιτιατικήκολοκοτρώνηκολοκοτρώνες
Κλητικήκολοκοτρώνηκολοκοτρώνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →