κολοκύνθη
•
- φυτόόρος για την επιστημονική ονομασία των ειδών της κολοκυθιάς, του γένους Κολοκύνθη (Cucurbita) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κολοκύνθη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κολοκύνθη
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →