κολονέλος
•
- ειρωνικόσυνταγματάρχης Βικιλεξικό
- πραξικόπημα των κολονέλων
Ετυμολογία
κολονέλος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κολονέλος < προέλευσης από τη βενετική colonelo ή από την ιταλική colonello
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →