Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κολοφώνας

/ko.loˈfo.nas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. το πιο ψηλό (και πιθανά τελευταίο) σημείο Βικιλεξικό
    • ο αθλητής βρίσκεται στον κολοφώνα της παγκόσμιας δόξας του.
  2. τυπογραφίαμικρό κείμενο στην προτελευταία ή τελευταία εσωτερική σελίδα ενός βιβλίου, όπου αναφέρονται στοιχεία σχετικά με την έκδοσή του, όπως τα ονόματα του επιμελητή και του διορθωτή, πού και πότε τυπώθηκε, τα τυπογραφικά στοιχεία, η ποιότητα του χαρτιού, ο αριθμός των αντιτύπων, το όνομα του βιβλιοδέτη, κ.λπ. Βικιλεξικό
    • Εκδόσεις εκτός εμπορίου σε ειδικά χαρτιά που αναφέρονται στους κολοφώνες. (Τζ. Τσακίρη, «70 χρόνια τυπογραφικής αρτιότητας», περ. Lifo (Αθήνα), τεύχος 329, 27 Φεβρ. 2013)
    • Επειδή κάθε τύπωμα έχει κατά κανόνα: κολοφώνα του τυπογραφείου Κασιμάτη και Ιωνά, έντυπον αύξοντα αριθμό ή έντυπη σελιδαρίθμηση, και κείμενο στοιχειοθετημένο με ελζεβίρ των 10, αλλά και επειδή... (Γιώργος Π. Σαββίδης, Οι Καβαφικές εκδόσεις (1891-1932): περιγραφή και σχόλιο: βιβλιογραφική μελέτη, εκδ. Ίκαρος 1992, σελ. 300)

Ετυμολογία

κολοφώνας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κολοφών (ακρότατο σημείο) < πόλη Κολοφών (σύμφωνα με τον Στράβωνα, η πόλη αυτή της Ιωνίας ήταν ξακουστή για το αήττητο ιππικό της) ή από αρχαία ελληνική κολώνη (λόφος) : για το τυπογραφικό σημείωμα < άμεσο δάνειο από τη γαλλική colophon ή από την αγγλική colophon

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκολοφώναςκολοφώνες
Γενικήκολοφώνακολοφώνων
Αιτιατικήκολοφώνακολοφώνες
Κλητικήκολοφώνακολοφώνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →