κολπαδόρα
•
- που πετυχαίνει το σκοπό της με κόλπα, δες επίσης κολπατζού Βικιλεξικό
- Η μάνα μας ἦταν κολπαδόρα κι ἤξερε μέ τή γλώσσα της νά σέ περιχύνει μέ δάκρυα. Δέν ξέρω πῶς, πάντως τά κατάφερε. (Νίκος Μπακόλας, Χρονιές άγιες και άγριες: τα πρώτα πεζά, εκδ. Ελληνικά γράμματα, 1999)
- που έχει / κάνει / κινείται με κόλπα Βικιλεξικό
- Η ρηχή και ως εκ τούτου "κολπαδόρα" εγχώρια χρηματιστηριακή αγορά τα είχε όλα χθες, υπενθυμίζοντας στους απαισιόδοξους ότι δεν έχει ακόμη απαξιωθεί. (ΧΑ: Η Deutsche, οι αγορές και η αντίδραση, euro2day.gr, 22/1/2009 https://www.euro2day.gr/news/market/article/440830/ha-h-deutsche-oi-agores-kai-h-antidrash.html)
- Τα κοστούμια της Ηλένιας Δουλαρίδη οριοθετούν τα διάφορα χρονικά συμφραζόμενα, ενώ η πρωτότυπη, κολπαδόρα μουσική του Βάϊου Πράπα, νευρική και συντονισμένη με το πνεύμα του κειμένου, αλλάζει το κλίμα της παράστασης. (Ο «αναρχικός» του Γιάννη Κακλέα είναι ένα ανοιχτό κάλεσμα σε εξέγερση, 2020mag.gr, 26/11/2021 https://web.archive.org/web/20230701181737/https://www.2020mag.gr/culture/3413-o-anarxikos-tou-gianni-kaklea-einai-ena-anoixto-kalesma-se-eksegersi)
Ετυμολογία
κολπαδόρα < κολπαδόρ(ος) + κατάληξη θηλυκού -α
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κολπαδόρα | κολπαδόρες |
| Γενική | κολπαδόρας | κολπαδόρων |
| Αιτιατική | κολπαδόρα | κολπαδόρες |
| Κλητική | κολπαδόρα | κολπαδόρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →