Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κολπατζής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που επιτυγχάνει κάποιο σκοπό κάνοντας διάφορα κόλπα, τεχνάσματα ή και με γαλιφιές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κολπατζής < κόλπο + -ατζής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκολπατζήςκολπατζήδες
Γενικήκολπατζήκολπατζήδων
Αιτιατικήκολπατζήκολπατζήδες
Κλητικήκολπατζήκολπατζήδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →