κολπορραφή
•
- ιατρικήη συρραφή τμημάτων του κόλπου με χειρουργική επέμβαση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κολπορραφή < κόλπος + -ο- + ραφή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κολπορραφή | κολπορραφές |
| Γενική | κολπορραφής | κολπορραφών |
| Αιτιατική | κολπορραφή | κολπορραφές |
| Κλητική | κολπορραφή | κολπορραφές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →