κολυμπώ
•
- επιπλέω και κινούμαι στο νερό με κινήσεις των χεριών και των ποδιών Βικιλεξικό
- μεταφορικάέχω βυθιστεί σε κάποιο υγρό Βικιλεξικό
- μεταφορικάέχω κάτι σε μεγάλη ποσότητα Βικιλεξικό
- είναι πολύ πλούσιος, κολυμπάει στο χρυσάφι
Ετυμολογία
κολυμπώ < μεσαιωνική ελληνική κολυμπῶ < αρχαία ελληνική κολυμβάω / κολυμβῶ < κόλυμβος < προελληνική
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κολυμπάω / κολυμπώ | κολυμπάς | κολυμπά / κολυμπάει | κολυμπάμε / κολυμπούμε | κολυμπάτε | κολυμπάν / κολυμπάνε / κολυμπούν / κολυμπούνε |
| Παρατατικός | κολυμπούσα | κολυμπούσες | κολυμπούσε | κολυμπούσαμε | κολυμπούσατε | κολυμπούσαν / κολυμπούσανε |
| Αόριστος | κολύμπησα | κολύμπησες | κολύμπησε | κολυμπήσαμε | κολυμπήσατε | κολυμπήσαν / κολυμπήσανε / κολύμπησαν |
| Μέλλοντας | θα κολυμπάω / θα κολυμπήσω / θα κολυμπώ | θα κολυμπάς / θα κολυμπήσεις | θα κολυμπά / θα κολυμπάει / θα κολυμπήσει | θα κολυμπάμε / θα κολυμπήσουμε / θα κολυμπούμε | θα κολυμπάτε / θα κολυμπήσετε | θα κολυμπάν / θα κολυμπάνε / θα κολυμπήσουν / θα κολυμπήσουνε / θα κολυμπούν / θα κολυμπούνε |
| Παρακείμενος | έχω κολυμπήσει | έχεις κολυμπήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κολυμπήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κολυμπήσει / να κολυμπάω / να κολυμπήσω / να κολυμπώ | να έχεις κολυμπήσει / να κολυμπάς / να κολυμπήσεις | να κολυμπά / να κολυμπάει / να κολυμπήσει | να κολυμπάμε / να κολυμπήσουμε / να κολυμπούμε | να κολυμπάτε / να κολυμπήσετε | να κολυμπάν / να κολυμπάνε / να κολυμπήσουν / να κολυμπήσουνε / να κολυμπούν / να κολυμπούνε |
| Προστακτική | — | κολύμπα / κολύμπαγε / κολύμπησε | — | — | κολυμπάτε / κολυμπήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →