κολόνια
•
- διάλυμα αρώματος σε υγρό, συνήθως σε οινόπνευμα, που χρησιμοποιείται στο σώμα Βικιλεξικό
- Είχε κιόλας καταφθάσει κόσμος κι ο Κωσταντής ήταν μες στις φούριες. Φρεσκολουσμένος, με το τσιμπούκι του, κάτασπρο πουκάμισο, ναυτικό καπέλο και κολόνια λεβάντας που ευωδίαζε. (Ιωάννα Φραγκιά, Ο ράφτης του Ποσειδώνα, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
Ετυμολογία
κολόνια < (άμεσο δάνειο) ιταλική colonia < γαλλική eau de Cologne (νερό από την Κολωνία) < Cologne < λατινική Colonia (Agrippina) < colonia (αποικία) < colonus < colo *quelō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kʷel- (κινώ, τριγυρίζω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κολόνια | κολόνιες |
| Γενική | κολόνιας | — |
| Αιτιατική | κολόνια | κολόνιες |
| Κλητική | κολόνια | κολόνιες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →