Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κομίστα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. επάγγελμαθηλυκό του κομίστας Βικιλεξικό
    • Τον επόμενο μήνα ο ίδιος και η σύζυγός του, η κομίστα Αννί Ντι Ντονά … θα ξεκινήσουν να σχεδιάζουν. (Το Βήμα, 25/3/2011)

Ετυμολογία

* κομίστα < κομίστας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκομίστακομίστες
Γενικήκομίσταςκομιστών
Αιτιατικήκομίστακομίστες
Κλητικήκομίστακομίστες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →