Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κομβικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με κόμβο Βικιλεξικό
  2. διαμεσολαβητικός Βικιλεξικό
  3. πολυσύχναστος, κεντρικός Βικιλεξικό
  4. καίριος, βασικός Βικιλεξικό
    • Στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού Green Deal και της μετάβασης προς μια οικονομία ουδέτερου ισοζυγίου άνθρακα έως το 2050, με όχημα της Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, η αποθήκευση ενέργειας με τη μέθοδο της αντλησιοταμίευσης θεωρείται κομβική (Αντλησιοταμίευση: Τι είναι και πως θα αλλάξει το ενεργειακό μας τοπίο, Το Βήμα, 16/08/2022 https://www.tovima.gr/print/finance/ora-miden-gia-tin-apothikeysi-energeias/)

Ετυμολογία

κομβικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκομβικόςκομβικήκομβικό
Γενικήκομβικούκομβικήςκομβικού
Αιτιατικήκομβικόκομβικήκομβικό
Κλητικήκομβικέκομβικήκομβικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκομβικοίκομβικέςκομβικά
Γενικήκομβικώνκομβικώνκομβικών
Αιτιατικήκομβικούςκομβικέςκομβικά
Κλητικήκομβικοίκομβικέςκομβικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →