κομβολόγιον
•
- καθαρεύουσακομπολόι Βικιλεξικό
- καθαρεύουσακομποσχοίνι Βικιλεξικό
- Τέλος καλόγηρός τις Σιναΐτης τῇ ἐδώρησεν ἡγιασμένον κομβολόγιον, εἰπὼν αὐτῇ νὰ τὸ βαπτίζῃ καὶ νὰ πίνῃ τὸ ὕδωρ. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Το χριστόψωμο)
- παρωχημένομηχάνημα με κάδους, συνδεδεμένους αλυσιδωτά, που κινούνται κυκλικά για την άντληση νερού ή ανύψωση άλλων πραγμάτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κομβολόγιον < μεσαιωνική ελληνική (→ δείτε τη λέξη κομπολόγι), (καθαρεύουσα) < (ελληνιστική κοινή) + αρχαία ελληνική λέγω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →