Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κομβολόγιον

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. καθαρεύουσακομπολόι Βικιλεξικό
  2. καθαρεύουσακομποσχοίνι Βικιλεξικό
    • Τέλος καλόγηρός τις Σιναΐτης τῇ ἐδώρησεν ἡγιασμένον κομβολόγιον, εἰπὼν αὐτῇ νὰ τὸ βαπτίζῃ καὶ νὰ πίνῃ τὸ ὕδωρ. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Το χριστόψωμο)
  3. παρωχημένομηχάνημα με κάδους, συνδεδεμένους αλυσιδωτά, που κινούνται κυκλικά για την άντληση νερού ή ανύψωση άλλων πραγμάτων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κομβολόγιον < μεσαιωνική ελληνική (→ δείτε τη λέξη κομπολόγι), (καθαρεύουσα) < (ελληνιστική κοινή) + αρχαία ελληνική λέγω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →