Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κομεντί

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. θέατροελαφρό θεατρικό, κινηματογραφικό ή τηλεοπτικό είδος με κωμικά / εύθυμα αλλά και ορισμένα δραματικά στοιχεία Βικιλεξικό
    • Για τη μελέτη της δομής της παραθέτουμε τη σκαλέτα της «Πρώτης Σελίδας», μιας κλασσικής κοινωνικής κομεντί των συγγραφέων Χεχτ και Μακάρθουρ (Στάθης Βαλούκος, Η κωμωδία, εκδ. Αιγόκερως, 2001, σελ. 290)

Ετυμολογία

κομεντί < γαλλική comédie < λατινική comoedia < αρχαία ελληνική κωμῳδία (αντιδάνειο) < κῶμος + ᾠδή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →