Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κομμάτι

/koˈma.ti/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. τμήμα, μέρος ενός όλου Βικιλεξικό
    • Θυμήθηκε τον πατέρα του. «Δέκα φορές πιο δύσκολα απ' τον πλούτο μοιράζεται η φτώχεια», συνήθιζε να λέει σαν έπιανε καμιά απ' τις τεχνίτρες του, που αμείβοταν με το κομμάτι, να ρίχνει στο μέτρημα τις άλλες για μερικές πενταροδεκάρες. (Κωνσταντίνος Δ. Τζαμιώτης, Η πόλη και η σιωπή, εκδ. Καστανιώτη, 2013)
  2. τραγούδι ή μελωδία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κομμάτι < κόπτω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκομμάτικομμάτια
Γενικήκομματιούκομματιών
Αιτιατικήκομμάτικομμάτια
Κλητικήκομμάτικομμάτια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

κομμάτι

/koˈma.ti/επίρρημα
•
  1. λαϊκόλίγο (και κομματάκι) Βικιλεξικό
    • κάτσε να ξαποστάσεις κομμάτι
    • μην τον ξεσυνερίζεσαι, είναι κομμάτι ζαβός

Ετυμολογία

κομμάτι < κόπτω

Άλλοι τύποι

κομμάτικομμάτιακομματιούκομματιών

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →