κομμάτι
•
- τμήμα, μέρος ενός όλου Βικιλεξικό
- Θυμήθηκε τον πατέρα του. «Δέκα φορές πιο δύσκολα απ' τον πλούτο μοιράζεται η φτώχεια», συνήθιζε να λέει σαν έπιανε καμιά απ' τις τεχνίτρες του, που αμείβοταν με το κομμάτι, να ρίχνει στο μέτρημα τις άλλες για μερικές πενταροδεκάρες. (Κωνσταντίνος Δ. Τζαμιώτης, Η πόλη και η σιωπή, εκδ. Καστανιώτη, 2013)
- τραγούδι ή μελωδία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κομμάτι < κόπτω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κομμάτι | κομμάτια |
| Γενική | κομματιού | κομματιών |
| Αιτιατική | κομμάτι | κομμάτια |
| Κλητική | κομμάτι | κομμάτια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →