Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κομμένος

/koˈme.nos/ρήμα, αρσενικό
•
  1. που έχει κοπεί Βικιλεξικό
    • Μια φορά έπαιζα στο «Κύτταρο»: δεξιά μου ήταν ο καραγκιόζ μπερντές αναμμένος, με τη φιγούρα μου κομμένη και σκαλισμένη από τον γλυκύτατο Ευγένιο Σπαθάρη, διάτρητη για να περνάει το φώς. (Διονύσης Σαββόπουλος, Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα, εκδ. Πατάκης, 2025)
  2. που έχει κόψει Βικιλεξικό
  3. τεμαχισμένος Βικιλεξικό
  4. κουρασμένος, καταβεβλημένος, άρρωστος Βικιλεξικό
    • σε βλέπω λίγο κομμένο, αισθάνεσαι αδιάθετος ή είσαι κουρασμένος;
  5. που έχει απορριφθεί Βικιλεξικό
  6. για κακή συνήθειασταματημένος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κομμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κόβω

Άλλοι τύποι

κομμένακομμένεκομμένεςκομμένηκομμένηςκομμένοκομμένοικομμένοςκομμένουκομμένουςκομμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

κομμένος

/koˈme.nos/φράση, αρσενικό
•
  1. χρησιμοποιείται για να επιβληθεί το τέλος μιας συζήτησης ή ενέργειας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κομμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κόβω

Άλλοι τύποι

κομμένακομμένεκομμένεςκομμένηκομμένη!κομμένηςκομμένοκομμένοικομμένοςκομμένουκομμένουςκομμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →