κομμίωση
•
- βοτανικήφυτική νόσος που σύμπτωμά της είναι η έκκριση κόμμεως σε υπερβολικό βαθμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κομμίωση < (καθαρεύουσα) κομμίω(σις) + -ση (απόδοση για τη νεολατινική gummosis)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κομμίωση | κομμιώσεις |
| Γενική | κομμίωσης | κομμιώσεων |
| Αιτιατική | κομμίωση | κομμιώσεις |
| Κλητική | κομμίωση | κομμιώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →