Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κομματάκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. υποκοριστικό του κομμάτι Βικιλεξικό
    • σαν έμπαινε στο λουτρό να ξουριστεί, ήμουν με την ψυχή στο στόμα: κόβονταν ίσαμε εκατό φορές, το άκουγα να σκούζει και να σιγοβρίζει, κι έπειτα τα μούτρα του ήταν σαν κιγμάς, μες στα αίματα, που όσα κομματάκια χαρτί και να κόλλαγε, δεν φτούραγαν να το ρουφήξουν. (Αύγουστος Κορτώ, Τσιτσιμπού, η μάγισσα της πίστας, εκδ. Πατάκης, 2023)

Ετυμολογία

κομματάκι < κομμάτι + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκομματάκικομματάκια
Γενική——
Αιτιατικήκομματάκικομματάκια
Κλητικήκομματάκικομματάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

κομματάκι

επίρρημα
•
  1. μεταφορικάλίγο ή κάπως Βικιλεξικό
    • μου φαίνεται κομματάκι σκληρό αυτό το κρέας
    • είσαι κομματάκι περίεργος ώρες ώρες

Ετυμολογία

κομματάκι < κομμάτι + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Άλλοι τύποι

κομματάκικομματάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →