κομματιάζω
•
- κάνω κάτι κομμάτια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κομματιάζω < μεσαιωνική ελληνική κομματιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κομματιάζω | κομματιάζεις | κομματιάζει | κομματιάζουμε | κομματιάζετε | κομματιάζουν / κομματιάζουνε |
| Παρατατικός | κομμάτιαζα | κομμάτιαζες | κομμάτιαζε | κομματιάζαμε | κομματιάζατε | κομμάτιαζαν / κομματιάζαν / κομματιάζανε |
| Αόριστος | κομμάτιασα | κομμάτιασες | κομμάτιασε | κομματιάσαμε | κομματιάσατε | κομμάτιασαν / κομματιάσαν / κομματιάσανε |
| Μέλλοντας | θα κομματιάζω / θα κομματιάσω | θα κομματιάζεις / θα κομματιάσεις | θα κομματιάζει / θα κομματιάσει | θα κομματιάζουμε / θα κομματιάσουμε | θα κομματιάζετε / θα κομματιάσετε | θα κομματιάζουν / θα κομματιάζουνε / θα κομματιάσουν / θα κομματιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κομματιάσει | έχεις κομματιάσει | έχει κομματιάσει | έχουμε κομματιάσει | έχετε κομματιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κομματιάσει | είχες κομματιάσει | είχε κομματιάσει | είχαμε κομματιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κομματιάσει / να κομματιάζω / να κομματιάσω | να έχεις κομματιάσει / να κομματιάζεις / να κομματιάσεις | να έχει κομματιάσει / να κομματιάζει / να κομματιάσει | να έχουμε κομματιάσει / να κομματιάζουμε / να κομματιάσουμε | να έχετε κομματιάσει / να κομματιάζετε / να κομματιάσετε | να κομματιάζουν / να κομματιάζουνε / να κομματιάσουν / να κομματιάσουνε |
| Προστακτική | — | κομμάτιαζε / κομμάτιασε | — | — | κομματιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κομματιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →