κομματοσκυλιάζω
•
- οργίζομαι υπερβολικά και επίμονα, σχεδόν όπως ο εξαγριωμένος σκύλος σε κομματική αντιπαραβολή Βικιλεξικό
- σκυλιάζω απ' το κακό μου για ... (πολιτικό κόμμα ή αρχηγό του κόμματος...)
- μεταφορικάβρίσκομαι υπό κομματικό παραλήρημα υπέρ ή κατά. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κομματοσκυλιάζω < κόμμα + σκυλιάζω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →