κομμουνιστοσυμμορίτης
•
- παρωχημένοαντάρτης στον Ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο (1946-1949) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κομμουνιστοσυμμορίτης < κομμουνιστής + -ο- + συμμορίτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κομμουνιστοσυμμορίτης | κομμουνιστοσυμμορίτες |
| Γενική | κομμουνιστοσυμμορίτη | κομμουνιστοσυμμοριτών |
| Αιτιατική | κομμουνιστοσυμμορίτη | κομμουνιστοσυμμορίτες |
| Κλητική | κομμουνιστοσυμμορίτη | κομμουνιστοσυμμορίτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →