κομμωτικός
•
- σχετικός με την κόμμωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κομμωτικός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κομμωτικός | κομμωτική | κομμωτικό |
| Γενική | κομμωτικού | κομμωτικής | κομμωτικού |
| Αιτιατική | κομμωτικό | κομμωτική | κομμωτικό |
| Κλητική | κομμωτικέ | κομμωτική | κομμωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κομμωτικοί | κομμωτικές | κομμωτικά |
| Γενική | κομμωτικών | κομμωτικών | κομμωτικών |
| Αιτιατική | κομμωτικούς | κομμωτικές | κομμωτικά |
| Κλητική | κομμωτικοί | κομμωτικές | κομμωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →