κομπίνα
•
- απατεώνικη ενέργεια ή επιχείρηση που αποσκοπεί στον προσπορισμό οικονομικού ή άλλου οφέλους Βικιλεξικό
- οικείοθεριζοαλωνιστική μηχανή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κομπίνα < (άμεσο δάνειο) γαλλική combine < combiner < λατινική combinare, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος combino < com- + binus < bis < duo < *duwo (“δύο”) / *dwóh₁ # κομπίνα < (άμεσο δάνειο) γερμανική Kombine < ρωσική комба́йн < αγγλική combine < γαλλική combine
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κομπίνα | κομπίνες |
| Γενική | κομπίνας | κομπίνων |
| Αιτιατική | κομπίνα | κομπίνες |
| Κλητική | κομπίνα | κομπίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →