Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κομπίνα

/komˈbi.na/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. απατεώνικη ενέργεια ή επιχείρηση που αποσκοπεί στον προσπορισμό οικονομικού ή άλλου οφέλους Βικιλεξικό
  2. οικείοθεριζοαλωνιστική μηχανή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κομπίνα < (άμεσο δάνειο) γαλλική combine < combiner < λατινική combinare, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος combino < com- + binus < bis < duo < *duwo (“δύο”) / *dwóh₁ # κομπίνα < (άμεσο δάνειο) γερμανική Kombine < ρωσική комба́йн < αγγλική combine < γαλλική combine

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκομπίνακομπίνες
Γενικήκομπίναςκομπίνων
Αιτιατικήκομπίνακομπίνες
Κλητικήκομπίνακομπίνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →