κομπανία
•
- συντροφιά φίλων, παρέα Βικιλεξικό
- Ὕστερα πιάσετε κομπανία μὲ Ζαΐμη, Ντεληγιανναίους κι' ἄλλους πολλούς. (Στρατηγού Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα, Επίλογος)
- μουσικήλαϊκό μουσικό συγκρότημα Βικιλεξικό
- Στο μαγαζί έπαιζε ο Τσιτσάνης με την κομπανία του.
Ετυμολογία
κομπανία < (άμεσο δάνειο) ιταλική compagnia
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κομπανία | κομπανίες |
| Γενική | κομπανίας | κομπανιών |
| Αιτιατική | κομπανία | κομπανίες |
| Κλητική | κομπανία | κομπανίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →