Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κομπανία

/kom.paˈni.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. συντροφιά φίλων, παρέα Βικιλεξικό
    • Ὕστερα πιάσετε κομπανία μὲ Ζαΐμη, Ντεληγιανναίους κι' ἄλλους πολλούς. (Στρατηγού Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα, Επίλογος)
  2. μουσικήλαϊκό μουσικό συγκρότημα Βικιλεξικό
    • Στο μαγαζί έπαιζε ο Τσιτσάνης με την κομπανία του.

Ετυμολογία

κομπανία < (άμεσο δάνειο) ιταλική compagnia

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκομπανίακομπανίες
Γενικήκομπανίαςκομπανιών
Αιτιατικήκομπανίακομπανίες
Κλητικήκομπανίακομπανίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →