κομπιάζω
•
- δυσκολεύομαι να μιλήσω ή να κάνω ανάγνωση με συνεχή ροή λόγου ή εκφράζομαι κάνοντας παύσεις ή διακοπές, λόγω φυσικής αδυναμίας ή συναισθηματικής φόρτισης Βικιλεξικό
- δυσκολεύομαι να καταπιώ Βικιλεξικό
- (για φυτά) αποκτώ κόμπους, βγάζω μπουμπούκια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κομπιάζω < κόμπος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κομπιάζω | κομπιάζεις | κομπιάζει | κομπιάζουμε | κομπιάζετε | κομπιάζουν / κομπιάζουνε |
| Παρατατικός | κόμπιαζα | κόμπιαζες | κόμπιαζε | κομπιάζαμε | κομπιάζατε | κομπιάζαν / κομπιάζανε / κόμπιαζαν |
| Αόριστος | κόμπιασα | κόμπιασες | κόμπιασε | κομπιάσαμε | κομπιάσατε | κομπιάσαν / κομπιάσανε / κόμπιασαν |
| Μέλλοντας | θα κομπιάζω / θα κομπιάσω | θα κομπιάζεις / θα κομπιάσεις | θα κομπιάζει / θα κομπιάσει | θα κομπιάζουμε / θα κομπιάσουμε | θα κομπιάζετε / θα κομπιάσετε | θα κομπιάζουν / θα κομπιάζουνε / θα κομπιάσουν / θα κομπιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κομπιάσει | έχεις κομπιάσει | έχει κομπιάσει | έχουμε κομπιάσει | έχετε κομπιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κομπιάσει | είχες κομπιάσει | είχε κομπιάσει | είχαμε κομπιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κομπιάσει / να κομπιάζω / να κομπιάσω | να έχεις κομπιάσει / να κομπιάζεις / να κομπιάσεις | να έχει κομπιάσει / να κομπιάζει / να κομπιάσει | να έχουμε κομπιάσει / να κομπιάζουμε / να κομπιάσουμε | να έχετε κομπιάσει / να κομπιάζετε / να κομπιάσετε | να κομπιάζουν / να κομπιάζουνε / να κομπιάσουν / να κομπιάσουνε |
| Προστακτική | — | κόμπιαζε / κόμπιασε | — | — | κομπιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κομπιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →