κομπιουτεράς
•
- επάγγελμαπου ασχολείται επαγγελματικά με τους υπολογιστές ή τον προγραμματισμό Βικιλεξικό
- αυτός που ασχολείται πολύ με το κομπιούτερ, έχει πολλή εμπειρία Βικιλεξικό
- αυτός που έχει μανία με τα κομπιούτερ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κομπιουτεράς < κομπιούτερ (αγγλική computer) + -άς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κομπιουτεράς | κομπιουτεράδες |
| Γενική | κομπιουτερά | κομπιουτεράδων |
| Αιτιατική | κομπιουτερά | κομπιουτεράδες |
| Κλητική | κομπιουτερά | κομπιουτεράδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →