κομπλάρισμα
•
- προφορικόη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κομπλάρω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κομπλάρισμα < κομπλάρω + -μα < γαλλική combler < λατινική cumulare, απαρέμφατο ενεστώτα τού cumulo < cumulus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ku-m-olo < *ḱewh₁-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κομπλάρισμα | κομπλαρίσματα |
| Γενική | κομπλαρίσματος | κομπλαρισμάτων |
| Αιτιατική | κομπλάρισμα | κομπλαρίσματα |
| Κλητική | κομπλάρισμα | κομπλαρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →