κομπλιμεντόζα
•
- θηλυκό του κομπλιμεντόζος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κομπλιμεντόζα < κομπλιμεντόζ(ος) + κατάληξη θηλυκού -α
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κομπλιμεντόζα | κομπλιμεντόζες |
| Γενική | κομπλιμεντόζας | κομπλιμεντόζων |
| Αιτιατική | κομπλιμεντόζα | κομπλιμεντόζες |
| Κλητική | κομπλιμεντόζα | κομπλιμεντόζες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →