Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κομπωτής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιδιωματικόαπατεώνας Βικιλεξικό
    • Ἐγὼ περνῶ καὶ δὲ μιλῶ κ' ἡ κόρη χαιρετᾷ με. «Ποῦ πάγεις, κλέφτη τοῦ φιλιοῦ καὶ κομπωτή τς ἀγάπης; Μ' ἂν εἶμαι κλέφτης τοῦ φιλιοῦ καὶ κομπωτής τς ἀγάπης, τί μοῦ δινες τὰ χείλη σου κ' ἐγλυκοφίλησά τα;

Ετυμολογία

κομπωτής < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κομπωτής < κομπώνω < ελληνιστική κοινή κομβόω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκομπωτήςκομπωτές
Γενικήκομπωτήκομπωτών
Αιτιατικήκομπωτήκομπωτές
Κλητικήκομπωτήκομπωτές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →