κομπόδεμα
•
- παρωχημένοο κόμπος σε μαντήλι Βικιλεξικό
- παρωχημένοτα χρήματα που περιέχει μαντήλι δεμένο σε κόμπο Βικιλεξικό
- συνεκδοχικά) οι οικονομίες Βικιλεξικό
- Έχω κομπόδεμα μερικά παραδάκια, για να παντρευτώ, σαν έρθει η ώρα.
- Παράτησαν περιουσίες, τον καρπό στα δέντρα, το φαΐ στη φουφού, το κομπόδεμα στο συρτάρι, τα πορτρέτα των προγόνων στους τοίχους και βάλθηκαν να τρέχουν κυνηγημένοι
Ετυμολογία
κομπόδεμα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κομπόδεμα < κομποδένω. Συγχρονικά αναλύεται σε κόμπ(ος) + -ό- + δέμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κομπόδεμα | κομποδέματα |
| Γενική | κομποδέματος | κομποδεμάτων |
| Αιτιατική | κομπόδεμα | κομποδέματα |
| Κλητική | κομπόδεμα | κομποδέματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →