Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κομπόδεμα

/komˈbo.ðe.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. παρωχημένοο κόμπος σε μαντήλι Βικιλεξικό
  2. παρωχημένοτα χρήματα που περιέχει μαντήλι δεμένο σε κόμπο Βικιλεξικό
  3. συνεκδοχικά) οι οικονομίες Βικιλεξικό
    • Έχω κομπόδεμα μερικά παραδάκια, για να παντρευτώ, σαν έρθει η ώρα.
    • Παράτησαν περιουσίες, τον καρπό στα δέντρα, το φαΐ στη φουφού, το κομπόδεμα στο συρτάρι, τα πορτρέτα των προγόνων στους τοίχους και βάλθηκαν να τρέχουν κυνηγημένοι

Ετυμολογία

κομπόδεμα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κομπόδεμα < κομποδένω. Συγχρονικά αναλύεται σε κόμπ(ος) + -ό- + δέμα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκομπόδεμακομποδέματα
Γενικήκομποδέματοςκομποδεμάτων
Αιτιατικήκομπόδεμακομποδέματα
Κλητικήκομπόδεμακομποδέματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →