κομφέτο
•
- γλυκότο παστοκύδωνο Βικιλεξικό
- Τὸ ἑσπέρας ἑκάστης Κυριακῆς συνεκεντροῦντο εἴς τινας ἐκ τῶν οἰκιῶν, ὅπου προσεφέροντο ποικίλα ἡδύσματα, ὡς σταφίδα, γλυκὸ τοῦ κουταλιοῦ, κομφέτο (κυδωνόπαστο), ἀμὰν μπρουλέ, παστέλια, μουστόπιττα...
Ετυμολογία
κομφέτο < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κομφέτο | κομφέτα |
| Γενική | κομφέτου | κομφέτων |
| Αιτιατική | κομφέτο | κομφέτα |
| Κλητική | κομφέτο | κομφέτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →