Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κομφέττο

/koɱˈfe.to/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. γλυκόάλλη γραφή του κομφέτο Βικιλεξικό
    • Μουσταλευριὲς καὶ κομφέττο - κυδωνόπαστο - ἀπλώνονται σὲ σειρὲς μὲ δαφνόφυλλα, τουμάτσι ζυμώνεται γιὰ τὸ χειμώνα κάθεται σὲ λεπτὲς λουρίδες καὶ στεγνώνει ἀπάνω σὲ σεντόνια στὸν ἴσκιο.

Ετυμολογία

κομφέττο < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκομφέττοκομφέττα
Γενικήκομφέττουκομφέττων
Αιτιατικήκομφέττοκομφέττα
Κλητικήκομφέττοκομφέττα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →