κομφέττο
•
- γλυκόάλλη γραφή του κομφέτο Βικιλεξικό
- Μουσταλευριὲς καὶ κομφέττο - κυδωνόπαστο - ἀπλώνονται σὲ σειρὲς μὲ δαφνόφυλλα, τουμάτσι ζυμώνεται γιὰ τὸ χειμώνα κάθεται σὲ λεπτὲς λουρίδες καὶ στεγνώνει ἀπάνω σὲ σεντόνια στὸν ἴσκιο.
Ετυμολογία
κομφέττο < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κομφέττο | κομφέττα |
| Γενική | κομφέττου | κομφέττων |
| Αιτιατική | κομφέττο | κομφέττα |
| Κλητική | κομφέττο | κομφέττα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →