κομφορμιστής
•
- αυτός ο οποίος προσαρμόζεται στις θεσμικές επιταγές της κοινωνίας όπου και ανήκει, αποφεύγοντας να διαφοροποιηθεί από αυτή εν τω μεταξύ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κομφορμιστής < γαλλική conformiste < αγγλική conformist < conform < μέση αγγλική conformen < παλαιά γαλλική conformer < λατινική conformare, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος conformo < formo < forma
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κομφορμιστής | κομφορμιστές |
| Γενική | κομφορμιστή | κομφορμιστών |
| Αιτιατική | κομφορμιστή | κομφορμιστές |
| Κλητική | κομφορμιστή | κομφορμιστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →