κομψά
•
- με καλαίσθητο κι επιμελημένο τρόπο Βικιλεξικό
- με λεπτότητα και διακριτικότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κομψά < κομψός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
κομψά < κομψός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →