Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κομψοέπεια

/kom.psoˈe.pi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοη ιδιότητα ή η έκφραση του κομψοεπούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κομψοέπεια < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κομψοέπεια, κομψοεπ(ής) + -εια

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκομψοέπειακομψοέπειες
Γενικήκομψοέπειαςκομψοεπειών
Αιτιατικήκομψοέπειακομψοέπειες
Κλητικήκομψοέπειακομψοέπειες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →