κομψοτεχνία
•
- η τέχνη κατασκευής κομψοτεχνημάτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κομψοτεχνία < κομψ(ός) + -ο- + -τεχνία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κομψοτεχνία | κομψοτεχνίες |
| Γενική | κομψοτεχνίας | κομψοτεχνιών |
| Αιτιατική | κομψοτεχνία | κομψοτεχνίες |
| Κλητική | κομψοτεχνία | κομψοτεχνίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →