Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κονάκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. σπίτι, κατοικία Βικιλεξικό
    • Να την η Άρτα! Με τα τζαμιά και τα σαράγια, με τα κονάκια των αγάδων και τους στάβλους των μπέηδων! (Ανδρέας Καρκαβίτσας Η θυσία [διήγημα])

Ετυμολογία

κονάκι < μεσαιωνική ελληνική κονάκι < τουρκική konak

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκονάκικονάκια
Γενικήκονακιούκονακιών
Αιτιατικήκονάκικονάκια
Κλητικήκονάκικονάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →