κονίαση
•
- λόγιοη επάλειψη με κονίαμα Βικιλεξικό
- ιατρικήαρρώστια που οφείλεται σε εισπνοή σκόνης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κονίαση < καθαρεύουσα κονίασις < ελληνιστική κοινή κονίασις < αρχαία ελληνική κόνις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κονίαση | κονιάσεις |
| Γενική | κονίασης | κονιάσεων |
| Αιτιατική | κονίαση | κονιάσεις |
| Κλητική | κονίαση | κονιάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →