κονίστρα
•
- το μέρος της αρχαίας παλαίστρας που ήταν καλυμμένο με άμμο και μέσα στο οποίο διεξαγόταν ο αγώνας Βικιλεξικό
- μεταφορικάστίβος, πεδίο στο οποίο δίνεται οποιοσδήποτε αγώνας, πολιτικός, πνευματικός κλπ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κονίστρα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κονίστρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κονίστρα | κονίστρες |
| Γενική | κονίστρας | κονιστρών |
| Αιτιατική | κονίστρα | κονίστρες |
| Κλητική | κονίστρα | κονίστρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →