κονακτζής
•
- επάγγελμαο υπεύθυνος για κάποιο κονάκι Βικιλεξικό
- ειδικότεραμοναστηριακό διακόνημα που αναφέρεται στον υπεύθυνο για κάποιο κονάκι μονής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κονακτζής < κονάκ(ι) + -τζής < μεσαιωνική ελληνική κονάκι < τουρκική konak
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κονακτζής | κονακτζήδες |
| Γενική | κονακτζή | κονακτζήδων |
| Αιτιατική | κονακτζή | κονακτζήδες |
| Κλητική | κονακτζή | κονακτζήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →