κονδυλοφόρος
•
- ξύλινο ή μεταλλικό όργανο γραφής (παλαιότερων εποχών) με προσαρμοσμένη πένα στην άκρη του Βικιλεξικό
- μεταφορικάδημοσιογράφος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κονδυλοφόρος < μεσαιωνική ελληνική κονδύλι(ν) + -ο- + φόρος ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική porte-plume)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κονδυλοφόρος | κονδυλοφόροι |
| Γενική | κονδυλοφόρου | κονδυλοφόρων |
| Αιτιατική | κονδυλοφόρο | κονδυλοφόρους |
| Κλητική | κονδυλοφόρε | κονδυλοφόροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →