κονιακάκι
•
- υποκοριστικό του κονιάκ Βικιλεξικό
- ήπιαμε και τα κονιακάκια μας και το κέφι ανέβηκε
Ετυμολογία
κονιακάκι < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κονιακάκι | κονιακάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | κονιακάκι | κονιακάκια |
| Κλητική | κονιακάκι | κονιακάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →