Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κονιορτοποιούμαι

ρήμα
•
  1. μετατρέπομαι σε σκόνη, κόνιδα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κονιορτοποιούμαι: παθητική φωνή του ρήματος κονιορτοποιώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκονιορτοποιούμαικονιορτοποιείσαικονιορτοποιείταικονιορτοποιούμαστεκονιορτοποιείστεκονιορτοποιούνται
Παρατατικόςκονιορτοποιούμουνκονιορτοποιούσουνκονιορτοποιούντανκονιορτοποιούμασταν / κονιορτοποιούμαστεκονιορτοποιούσασταν / κονιορτοποιούσαστεκονιορτοποιούνταν
Αόριστοςκονιορτοποιήθηκακονιορτοποιήθηκεςκονιορτοποιήθηκεκονιορτοποιηθήκαμεκονιορτοποιηθήκατεκονιορτοποιήθηκαν / κονιορτοποιηθήκαν / κονιορτοποιηθήκανε
Μέλλονταςθα κονιορτοποιηθώ / θα κονιορτοποιούμαιθα κονιορτοποιείσαι / θα κονιορτοποιηθείςθα κονιορτοποιείται / θα κονιορτοποιηθείθα κονιορτοποιηθούμε / θα κονιορτοποιούμαστεθα κονιορτοποιείστε / θα κονιορτοποιηθείτεθα κονιορτοποιηθούν / θα κονιορτοποιηθούνε / θα κονιορτοποιούνται
Παρακείμενοςέχω κονιορτοποιηθείέχεις κονιορτοποιηθείέχει κονιορτοποιηθείέχουμε κονιορτοποιηθείέχετε κονιορτοποιηθείέχουν κονιορτοποιηθεί
Υπερσυντέλικοςείχα κονιορτοποιηθείείχες κονιορτοποιηθείείχε κονιορτοποιηθείείχαμε κονιορτοποιηθείείχατε κονιορτοποιηθείείχαν κονιορτοποιηθεί
Υποτακτικήνα έχω κονιορτοποιηθεί / να κονιορτοποιηθώ / να κονιορτοποιούμαινα έχεις κονιορτοποιηθεί / να κονιορτοποιείσαι / να κονιορτοποιηθείςνα έχει κονιορτοποιηθεί / να κονιορτοποιείται / να κονιορτοποιηθείνα έχουμε κονιορτοποιηθεί / να κονιορτοποιηθούμε / να κονιορτοποιούμαστενα έχετε κονιορτοποιηθεί / να κονιορτοποιείστε / να κονιορτοποιηθείτενα έχουν κονιορτοποιηθεί / να κονιορτοποιηθούν / να κονιορτοποιηθούνε / να κονιορτοποιούνται
Προστακτική—κονιορτοποιήσου——κονιορτοποιείστε / κονιορτοποιηθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →