κονιορτοποιούμαι
•
- μετατρέπομαι σε σκόνη, κόνιδα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κονιορτοποιούμαι: παθητική φωνή του ρήματος κονιορτοποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κονιορτοποιούμαι | κονιορτοποιείσαι | κονιορτοποιείται | κονιορτοποιούμαστε | κονιορτοποιείστε | κονιορτοποιούνται |
| Παρατατικός | κονιορτοποιούμουν | κονιορτοποιούσουν | κονιορτοποιούνταν | κονιορτοποιούμασταν / κονιορτοποιούμαστε | κονιορτοποιούσασταν / κονιορτοποιούσαστε | κονιορτοποιούνταν |
| Αόριστος | κονιορτοποιήθηκα | κονιορτοποιήθηκες | κονιορτοποιήθηκε | κονιορτοποιηθήκαμε | κονιορτοποιηθήκατε | κονιορτοποιήθηκαν / κονιορτοποιηθήκαν / κονιορτοποιηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα κονιορτοποιηθώ / θα κονιορτοποιούμαι | θα κονιορτοποιείσαι / θα κονιορτοποιηθείς | θα κονιορτοποιείται / θα κονιορτοποιηθεί | θα κονιορτοποιηθούμε / θα κονιορτοποιούμαστε | θα κονιορτοποιείστε / θα κονιορτοποιηθείτε | θα κονιορτοποιηθούν / θα κονιορτοποιηθούνε / θα κονιορτοποιούνται |
| Παρακείμενος | έχω κονιορτοποιηθεί | έχεις κονιορτοποιηθεί | έχει κονιορτοποιηθεί | έχουμε κονιορτοποιηθεί | έχετε κονιορτοποιηθεί | έχουν κονιορτοποιηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα κονιορτοποιηθεί | είχες κονιορτοποιηθεί | είχε κονιορτοποιηθεί | είχαμε κονιορτοποιηθεί | είχατε κονιορτοποιηθεί | είχαν κονιορτοποιηθεί |
| Υποτακτική | να έχω κονιορτοποιηθεί / να κονιορτοποιηθώ / να κονιορτοποιούμαι | να έχεις κονιορτοποιηθεί / να κονιορτοποιείσαι / να κονιορτοποιηθείς | να έχει κονιορτοποιηθεί / να κονιορτοποιείται / να κονιορτοποιηθεί | να έχουμε κονιορτοποιηθεί / να κονιορτοποιηθούμε / να κονιορτοποιούμαστε | να έχετε κονιορτοποιηθεί / να κονιορτοποιείστε / να κονιορτοποιηθείτε | να έχουν κονιορτοποιηθεί / να κονιορτοποιηθούν / να κονιορτοποιηθούνε / να κονιορτοποιούνται |
| Προστακτική | — | κονιορτοποιήσου | — | — | κονιορτοποιείστε / κονιορτοποιηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →