Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

Κονκλάβιο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. θρησκείαάλλη γραφή του κονκλάβιο Βικιλεξικό
  2. μειωτικόάλλη γραφή του κονκλάβιο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κονκλάβιο < ιταλική conclave ή γαλλική conclave < μεσαιωνική λατινική conclave (παρόμοια σημασία) < λατινική conclave < con- + clavis (κλειδί, (κατ’ επέκταση) δωμάτιο που μπορεί να κλειδωθεί)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
ΟνομαστικήΚονκλάβιοΚονκλάβια
ΓενικήΚονκλάβιου / ΚονκλαβίουΚονκλάβιων / Κονκλαβίων
ΑιτιατικήΚονκλάβιοΚονκλάβια
ΚλητικήΚονκλάβιοΚονκλάβια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

κονκλάβιο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. καθολικισμόςο χώρος / το δωμάτιο όπου συνεδριάζουν οι καρδινάλιοι, προκειμένου να εκλέξουν τον νέο πάπα Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασητο ίδιο το συμβούλιο των καρδιναλίων Βικιλεξικό
  3. μειωτικόμυστικοσυμβούλιο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κονκλάβιο < ιταλική conclave ή γαλλική conclave < μεσαιωνική λατινική conclave (παρόμοια σημασία) < λατινική conclave < con- + clavis (κλειδί, (κατ’ επέκταση) δωμάτιο που μπορεί να κλειδωθεί)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκονκλάβιοκονκλάβια
Γενικήκονκλάβιου / κονκλαβίουκονκλάβιων / κονκλαβίων
Αιτιατικήκονκλάβιοκονκλάβια
Κλητικήκονκλάβιοκονκλάβια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →