κονσοματέρ
•
- γαλλισμόςάνδρας που επί πληρωμή κρατά συντροφιά σε νυχτερινά κέντρα διασκέδασης Βικιλεξικό
- Γυναίκες κερνούν σαμπάνια έναν κονσοματέρ σε κλαμπ γνωριμιών τού Τόκιο. (Εφημερίδα Τα Νέα, 16/4/2005)
Ετυμολογία
κονσοματέρ < απροσάρμοστο λόγιο δάνειο από τη γαλλική consommateur (καταναλωτής) < consommer
Άλλοι τύποι
κονσοματρίς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →