κοντέρ
•
- ο μετρητής (π.χ. ο χιλιομετρικός μετρητής ενός αυτοκινήτου) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοντέρ < (άμεσο δάνειο) γαλλική compteur < compter (μετρώ) + -eur < λατινική computare, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος computo < con- + puto
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →