κονταίνω
•
- μεταβατικόμειώνω το ύψος ενός πράγματος Βικιλεξικό
- πρέπει να κοντύνεις λίγο τα μπατζάκια του παντελονιού σου
- αμετάβατοχάνω ύψος, γίνομαι πιο κοντός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κονταίνω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κονταίνω | κονταίνεις | κονταίνει | κονταίνουμε | κονταίνετε | κονταίνουν / κονταίνουνε |
| Παρατατικός | κόνταινα | κόνταινες | κόνταινε | κονταίναμε | κονταίνατε | κονταίναν / κονταίνανε / κόνταιναν |
| Αόριστος | κόντυνα | κόντυνες | κόντυνε | κοντύναμε | κοντύνατε | κοντύναν / κοντύνανε / κόντυναν |
| Μέλλοντας | θα κονταίνω / θα κοντύνω | θα κονταίνεις / θα κοντύνεις | θα κονταίνει / θα κοντύνει | θα κονταίνουμε / θα κοντύνουμε | θα κονταίνετε / θα κοντύνετε | θα κονταίνουν / θα κονταίνουνε / θα κοντύνουν / θα κοντύνουνε |
| Παρακείμενος | έχω κοντύνει | έχεις κοντύνει | έχει κοντύνει | έχουμε κοντύνει | έχετε κοντύνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κοντύνει | είχες κοντύνει | είχε κοντύνει | είχαμε κοντύνει | είχατε κοντύνει | — |
| Υποτακτική | να έχω κοντύνει / να κονταίνω / να κοντύνω | να έχεις κοντύνει / να κονταίνεις / να κοντύνεις | να έχει κοντύνει / να κονταίνει / να κοντύνει | να έχουμε κοντύνει / να κονταίνουμε / να κοντύνουμε | να έχετε κοντύνει / να κονταίνετε / να κοντύνετε | να κονταίνουν / να κονταίνουνε / να κοντύνουν / να κοντύνουνε |
| Προστακτική | — | κόνταινε / κόντυνε | — | — | κονταίνετε / κοντύνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →