Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κονταρομάχος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. εκείνος που μάχεται με κοντάρι (π.χ. στο μεσαίωνα) Βικιλεξικό
  2. ο ιδεαλιστής που δίνει μάχες για ιδανικά και υπερασπίζεται τους αδύναμους Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάο ισχυρός, ο ανδρείος, ο εξουσιαστής Βικιλεξικό
    • Ηλιος κονταρομάχος, παντοκράτορας της ερημιάς (Ρίτσος, η δίψα του Μυστρά)

Ετυμολογία

κονταρομάχος < από τη λόγια λέξη κονταρομαχία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκονταρομάχοςκονταρομάχοι
Γενικήκονταρομάχουκονταρομάχων
Αιτιατικήκονταρομάχοκονταρομάχους
Κλητικήκονταρομάχεκονταρομάχοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →