κονταρομάχος
•
- εκείνος που μάχεται με κοντάρι (π.χ. στο μεσαίωνα) Βικιλεξικό
- ο ιδεαλιστής που δίνει μάχες για ιδανικά και υπερασπίζεται τους αδύναμους Βικιλεξικό
- μεταφορικάο ισχυρός, ο ανδρείος, ο εξουσιαστής Βικιλεξικό
- Ηλιος κονταρομάχος, παντοκράτορας της ερημιάς (Ρίτσος, η δίψα του Μυστρά)
Ετυμολογία
κονταρομάχος < από τη λόγια λέξη κονταρομαχία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κονταρομάχος | κονταρομάχοι |
| Γενική | κονταρομάχου | κονταρομάχων |
| Αιτιατική | κονταρομάχο | κονταρομάχους |
| Κλητική | κονταρομάχε | κονταρομάχοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →