κονταροχτύπημα
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κονταροχτυπώ Βικιλεξικό
- η κονταρομαχία Βικιλεξικό
- μεταφορικάέντονη αντιδικία, κυρίως όσον αφορά ιδέες ή απόψεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κονταροχτύπημα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα κονταροκτύπημα, με ανομοίωση [kt > xt]. Μορφολογικά αναλύεται σε κοντάρ(ι)- + -ο- + χτύπημα.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κονταροχτύπημα | κονταροχτυπήματα |
| Γενική | κονταροχτυπήματος | κονταροχτυπημάτων |
| Αιτιατική | κονταροχτύπημα | κονταροχτυπήματα |
| Κλητική | κονταροχτύπημα | κονταροχτυπήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →