κοντεύω
•
- φτάνω πιο κοντά σε κάποιο τόπο ή στόχο, πλησιάζω Βικιλεξικό
- μεταφορικάκινδυνεύω να πάθω κάτι ανεπιθύμητο Βικιλεξικό
- Νεογέννητο κόντεψε να κάει ζωντανό μέσα σε θερμοκοιτίδα (*)
Ετυμολογία
κοντεύω < μεσαιωνική ελληνική κοντεύω < κοντά + -εύω < αρχαία ελληνική κοντός
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κοντεύω | κοντεύεις | κοντεύει | κοντεύουμε | κοντεύετε | κοντεύουν / κοντεύουνε |
| Παρατατικός | κόντευα | κόντευες | κόντευε | κοντεύαμε | κοντεύατε | κοντεύαν / κοντεύανε / κόντευαν |
| Αόριστος | κόντεψα | κόντεψες | κόντεψε | κοντέψαμε | κοντέψατε | κοντέψαν / κοντέψανε / κόντεψαν |
| Μέλλοντας | θα κοντέψω / θα κοντεύω | θα κοντέψεις / θα κοντεύεις | θα κοντέψει / θα κοντεύει | θα κοντέψουμε / θα κοντεύουμε | θα κοντέψετε / θα κοντεύετε | θα κοντέψουν / θα κοντέψουνε / θα κοντεύουν / θα κοντεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω κοντέψει | έχεις κοντέψει | έχει κοντέψει | έχουμε κοντέψει | έχετε κοντέψει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κοντέψει | είχες κοντέψει | είχε κοντέψει | είχαμε κοντέψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κοντέψει / να κοντέψω / να κοντεύω | να έχεις κοντέψει / να κοντέψεις / να κοντεύεις | να έχει κοντέψει / να κοντέψει / να κοντεύει | να έχουμε κοντέψει / να κοντέψουμε / να κοντεύουμε | να έχετε κοντέψει / να κοντέψετε / να κοντεύετε | να κοντέψουν / να κοντέψουνε / να κοντεύουν / να κοντεύουνε |
| Προστακτική | — | κόντευε / κόντεψε | — | — | κοντέψτε / κοντεύετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →