κοντοστέκομαι
•
- σταματάω ενώ περπατάω, συνήθως ξαφνικά, για λόγους αμφιβολίας, δισταγμού, σκέψης ή άλλης ενέργειας Βικιλεξικό
- κοντοστάθηκε λίγο στο περίπτερο δήθεν για να διαβάσει τις εφημερίδες
- κατ’ επέκτασηδιστάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοντοστέκομαι < κοντοστέκω < κοντο- + στέκω
Άλλοι τύποι
κοντοστέκω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →